Γλωσσάριο Ποντιακής διαλέκτου

Γαζανεύω = Πλουτίζω

Παρόπα= Παράδες

Τατηνέτερον= δικό τους

Εφέκαν= άφησα

Εναξάϊ=λίγο

Ενεπάγαν= Αναπαύθηκαν

Οξουκές = έξω μεριά

Ελέπνε = βλέπουν

Τσίπ = εντελώς

Τριγυριστά = τριγύρω

Κουντά= σκουντά, σπρώχνει

Κουρούμ= πισίνα (ποτιστής ζώων)

Ιστέ = δηλαδή

Έναχάπαραν = απότομα – άξαφνα

Σ’ αλ’ τη μερέαν=στην άλλη μεριά

Καρασπαντέτ ή ζουρναλίστ = Δημοσιογράφοι

Νάτσια = εθνικότητα

Βρουλίζ’ ατον = να τον φλογήσει (βρούλα = φλόγα)

Πιρτιά = με το πρώτο

Ενούντζεν = σκέφτηκε