Ποντιακή λύρα

Η πρώτη λύρα εμφανίζεται στην Ελληνική μυθολογία στον μύθο του Θεού Ερμή, όταν ήταν ακόμα παιδί ο Ερμής είχε κλέψει ένα κοπάδι αγελάδες οι οποίες άνηκαν στον θεό Απόλλωνα. Στον δρόμο είχε πεινάσει ο μικρός Ερμής και σκότωσε μία χελώνα και το καβούκι της το έκανε λύρα.

Όταν ο Απόλλων κατάλαβε ποιος ήταν ο μικρός κλέφτης πήγε στην μητέρα του την «Μαία» και ζήτησε πίσω το κοπάδι του. Για να καταλαγιάσει την οργή του ο Ερμής εκτός τα ζώα έδωσε και την λύρα του. Με αυτήν ο Απόλλωνας έγινε περίφημος μουσικός και προστάτης Θεός όλων των μουσικών. Ο Όμηρος μας δίνει την πληροφορία πως από την εποχή του ο πυρρίχιος χορευόταν με την συνοδεία της λύρας αλλά και του Αυλού.

Την αρχαιότερη παράσταση λύρας που έχουμε από την μυκηναϊκή εποχή  γύρω στα 1500 π.χ. στους ιστορικούς χρόνους τα είδη της λύρας ήταν 2, η κλασική -αυτή του Απόλλωνα και του Θεού Ορφέα- και η κιθάρα. Κάπου στον μεσαίωνα προστέθηκε και το δοξάρι.

Η Ποντιακή λύρα έχει 3 χορδές ΛΑ, ΜΙ, ΣΙ, και τα μέρη που αποτελείται είναι το κιφάλ, τα ωτία(κλειδιά δλδ), το γαιδούρ, ο κορδοκράτες και το σπαλέρ (η γλώσσα).

Ο κεμανές ή κεμεντζέ είναι συγγενής της λύρας αλλά μεγαλύτερος σε μέγεθος και φέρει από 5 ως 8 χορδές

Kατασκευή
 
Υλικά κατασκευής:

 
Για το ηχείο, το χέρι και την κεφαλή, που γίνονται από μονοκόμματο ξύλο, χρησιμοποιούν μουριά, κισσό, ακακία, καστανιά, οξιά, δαμασκηνιά, κα. Καλύτερα ξύλα, αυτά που βγάζουν καλύτερη φωνή, θεωρούνται, πρώτα το κοκκύμελον και μετά ο κισσός. Για το καπάκι που είναι συνήθως κυρτό, χρησιμοποιούν κυρίως πεύκη και ελάτη. Τα ξύλα πρέπει να είναι ξερά, καθαρά, χωρίς ρόζους και με ίσια νερά.
 
Τρόπος κατασκευής:
Το τοίχωμα του ηχείου δεν πρέπει να είναι περισσότερο από 3 με 4 χιλιοστά πάχος και το καπάκι πρέπει να είναι γύρω στα 2 με 3 χιλιοστά πάχος. Στο ηχείο ανοίγονται στην κάθε πλευρά δύο τρύπες και στο καπάκι τέσσερις, τα λεγόμενα τρυπία. Στο καπάκι ανοίγονται και τα ρωθώνια, δυο μακρόστενες και συνήθως λίγο κυρτές προς τα έξω τρύπες. Ο καλός κεμεντζής διαλέγει το ξύλο με το οποίο θα φτιάξει το καπάκι να έχει πυκνότερα νερά στην αριστερή μεριά, πάνω απ’ την οποία τεντώνεται η υψηλότερα κουρντισμένη χορδή. Στα τρία κλειδιά, που έχουν συνήθως σχήμα Τ, τυλίγονται οι τρεις χορδές που ακουμπούν πάνω στον καβαλάρη και δένονται στον κορδοδέτη. Ο κάτω καβαλάρης είναι λεπτός πολύ λίγο κυρτός και πολύ μικρός σε σύγκριση με την αχλαδόσχημη λύρα. Η ψυχή, το στουλαρ’, ακουμπάει με το επάνω μέρος στο καπάκι και με το κάτω στη βάση του ηχείου. Το μήκος το χορδών κυμαίνεται από 28 έως 32εκ. Το δοξάρι, γύρω στα 50 με 55εκ. μήκος, φτιάχνεται από σκληρό ξύλο και είναι κυρτό. Παλιότερα είχε τρίχες από ουρά αλόγου, που έδεναν στα άκρα με διαφόρους τρόπους. Σήμερα, οι περισσότεροι χρησιμοποιούν  δοξάρι βιολιού.
 
Διακόσμηση
 
Η διακόσμηση της ποντιακής λύρας με εγχάρακτα ή σε χαμηλό ανάγλυφο γεωμετρικά σχέδια, ρόδακες, στυλιζαρισμένα σχέδια από το φυτικό κόσμο κτλ., περιορίζεται κυρίως στην ταστιέρα και στην κεφαλή και σπανιότερα στον κορδοδέτη και τα ηχείο. Στη γλώσσα χρησιμοποιούν επίσης, και διάτρητο σκάλισμα και στην κεφαλή κολλούσαν παλιότερα καθρεφτάκια ή άλλα επίπεδα διακοσμητικά αντικείμενα. Για το βάψιμο ισχύει ότι αναφέραμε στην αχλαδόσχημη λύρα.
 
Τρόπος παιξίματος
 
Ο κεμεντζετζής όταν κάθεται, παίζει ακουμπώντας τη λύρα πάνω στο αριστερό μηρό ή ανάμεσα στα πόδια, που κρατάει ενωμένα. Και στις δυο περιπτώσεις, ο κεμεντζές δεν κρατιέται κάθετος, αλλά, λίγο προς τα αριστερά και μπροστά. Όταν παίζει όρθιος, ο κεμεντζές στηρίζεται στον αντίχειρα και το δείκτη του αριστερού χεριού.
 
Ιστορία
 
Για τις αρχές της φιαλόσχημης λύρας ή εθνομουσικολογικής έρευνα δεν έχει ακόμα καταλήξει σε συγκεκριμένα συμπεράσματα. Οι λιγοστές εικονογραφικές και άλλες μαρτυρίες, όσο πολύτιμες και αν είναι, αφήνουν δυσαναπλήρωτα κενά.