Ανατομία της Ποντιακής λύρας

Η ανατομία της Ποντιακής λύρας

Από την ποντιακή λύρα γνωρίζουμε καλά μόνο τον ήχο της που συνοδεύει μελωδικά την ποντιακή ποίηση και κινητοποιεί εσωτερικές διαδικασίες μέθεξης. Η μορφολογία της είναι αμυδρά γνωστή και παρομοιάζεται με φιάλη (φιαλόσχημη) ή με περισσότερη φαντασία με ανθρωπάκι (ανθρωπόσχημη) εφόσον διαθέτει κεφαλάκι, λαιμό, αυτάκια κ. λ. π. Τι είναι λοιπόν η λύρα. Έχει ενιαία δομή ή είναι ένα σύνολο μελών που συντονίζονται αρμονικά στα χέρια του ταλαντούχου λυράρη. Διαβάστε περισσότερα

Φλογέρα – (γαβάλ)

Γενική περιγραφή – Ιστορία

Τρία είναι τα κατεξοχήν ποιμενικά όργανα στην Ελλάδα: η φλογέρα, το σουραύλι και η μαντούρα. Και τα τρία αυτά όργανα έχουν δυο μορφολογικά χαρακτηριστικά, ένα κοίλο κυλινδρικό ηχείο και τρύπες κατά μήκος του ηχείου. Διαφέρουν όμως βασικά μεταξύ στο τρόπο με το οποίο είναι φτιαγμένο το μέρος του οργάνου που παράγει τον ήχο. Το στοιχείο εαυτό διαφοροποιεί, οργανολογικά, τα τρία ποιμενικά όργανα.
Η φλογέρα δεν πρέπει να συγχέεται, όπως γίνεται συνήθως, με τον αρχαιοελληνικό αυλό, όργανο τύπου κλαρινέτου ή όμποε με μονό ή διπλό γλωσσίδι. Το ίδιο ισχύει και για τις σχετικές με τον αυλό εικονογραφικές και φιλολογικές πληροφορίες, όχι μόνο των κλασσικών χρόνων, αλλά και των πρώτων χριστιανικών χρόνων, αυτές που δίνουν οι Πατέρες της Εκκλησίας.
Πολλές άλλες ωστόσο πληροφορίες τεκμηριώνουν την χρησιμοποίηση τους από παλιά των οργάνων αυτών. Έτσι αυτά τα όργανα τα συναντάμε σε στίχους δημοτικής και έντεχνης ποιήσεις. Γενικά η βυζαντινή και μεταβυζαντινή τοιχογραφία και μικρογραφία μαρτυρούν την παρουσία της φλογέρας στον ελλαδικό χώρο και στον Ελληνισμός της Εγγύς Ανατολής από τους πρώτους αιώνες της βυζαντινής εποχής έως και σήμερα. Ενώ παράλληλα μας δίνει για όλη αυτή την περίοδο ένα πλήθος για τις διαστάσεις της (μακριές ή κοντές φλογέρες), τον κυλινδρικό ή ελαφρά κωνικό σωλήνα της, εάν παίζονταν πλάγια (φλογέρααααα0 ή ίσια (σουραύλι). Απ’ τις λαξευμένες στους βράχους ιστορικές εκκλησίες, στα Κόραμα της Καππαδοκίας, έως τις μονές του Αγίου Όρους, Μετεώρων κτλ. Και τις νεότερες ακόμα εικονογραφημένες εκκλησίες του 18ου αιών., πολύ λίγες παραστάσεις τις γέννησης του Χριστού υπάρχουν χωρίς φλογέρα. Το ίδιος σημαντικός είναι και ο αριθμός των παραστάσεων της Γέννησης του Χριστού, με την φλογέρα να παίζεται από το βοσκό στα εικονογραφημένα βυζαντινά χειρόγραφα. Στα ίδια αυτά χειρόγραφα συναντάμε επίσης και άλλα τρία όργανα: τον πλαγίαυλο, τον πολυκάλαμο αυλό, και τον διπλό αυλό.

Ονοματολογία

Τη φλογέρα – όργανο τύπου φλάουτου¨κοίλος κύλινδρος, ανοιχτός και στα δυο άκρα – την συναντάμε κυρίως στην ηπειρώτικη Ελλάδα. Έκτος από την πανελληνία ονομασία, φλογέρα, ο λαός χρησιμοποίει και άλλες ονομασίες: Φλοέρα, φλουγιέρα, φλουέρα, φιόρα, ( Έλληνες περιοχής Καβακλί, Β. Θράκη) φλιώρος (Νικήσιανη Παγγαίου Καβάλας), φράουρο (Πήλιο), μακροφλογέρα (Κασσάνδρα Χαλκιδικής), καλάμι, τζουρλάς, τσουρλάς, ζουρλάς, σουρλάς ( Πελοπόννησος ), τζαμάρα, τζουράς, τζουράι, τζιράδι ( Ήπειρος ), βαρβάγκα ( Καρδίτσα, Τρίκαλα ), καβάλι, καβάλα ( Μακεδονία, Θράκη ),γαβαλ(Έλληνες του Πόντου), παγιαύλι ( Λέσβος, Χίος), τσαφάρι, τσαφλιάρ(ι) ( Β. Ελλάδα, Πελοπόννησος), νάι νέι (παλιά ονομασία που δεν χρησιμοποιείται), νταρβίρα, ντιλιβίρα ( Ρούμελη, Πελοπόννησος, Εύβοία ), βιρβίρα, σβίρκα, και πίστουλκα (Σέρρες), ντουντούκα, τουτούκιν ( Κομοτηνή ), σουπέλκα ( περιοχή Αρδέας, νομός Πέλλης ), βιολί ( Δώριον Τρυφιλίας, νομός Μεσσηνίας ), λαγούτο (Αμοργός).

Περιγραφή

Η φλογέρα είναι ένα όργανο τύπου φλάουτου: ένα μακρόστενο κοίλος κύλινδρος, ανοιχτός και στα δυο του άκρα. Φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, από 15 έως 20εκ. Και από διάφορα υλικά: καλάμι, ξύλο, μπρούντζο, ή σίδερο, κόκαλο και στα μεταπολεμικά χρόνια από πλαστική ύλη.
Η φλογέρα έως 50εκ. έχει συνήθως 6 τρύπες μπροστά σε ίση απόσταση η μία με την άλλη, ή 6 τρύπες μπροστά και 1 πίσω για τον αντίχειρα. Η μακριά φλογέρα, που είναι από 60 έως 85εκ. και λέγεται στην Ήπειρο τζαμάρα, έχει 7 τρύπες μπροστά ή 7 τρύπες μπροστά και 1 πίσω. Εκτός απ’ αυτές που είναι για τα δάχτυλα, η τζαμάρα έχει και άλλες τρύπες στο κάτω μέρος του κυλινδρικού ηχείου. Οι τρύπες αυτές δεν πατιούνται ποτέ με τα δάχτυλα.

Τρόπος κατασκευής

Στην καλαμένια φλογέρα, το καλάμι πρέπει να είναι ξερό, χωρίς εξογκώματα και όσο γίνεται ίσιο, ισόπαχο και με την ίδια εσωτερική διάμετρο σε όλο το μήκος του. Κόβεται με το ένα άκρο του με κόμπο και το άλλο χωρίς κόμπο. Το μέρος απ’ το οποίο θα φυσάει ο παίχτης, το επιστόμιο, δεν το κόβουν αμέσως μετά το κόμπο, όπου το καλάμι δεν έχει το ίδιο πάχος και την ίδια εσωτερική διάμετρο που έχει σ’ όλο το μήκος του, αλλά πιο παρακάτω και το λεπταίνουν γύρω-γύρω, πάντα από την απ’ έξω μεριά. Το απέναντι άκρο, αυτό δηλαδή από το οποίο φεύγει ο αέρας, το κόβουν αφήνοντας μέσα τον κόμπο. Τον κόμπο τον ανοίγουν μετά, τόσο, ώστε να μη φεύγει εύκολα ο αέρας.. Η εσωτερική επιφάνεια πρέπει να είναι λεία και όλες οι τρύπες, που είναι συνήθως στρογγυλές, πρέπει να έχουν την ίδια διάμετρο και να απέχουν το ίδιο η μια με την άλλη.
Για την ξύλινη φλογέρα, που γίνεται από διάφορα ξύλα, ισχύουν όσα αναφέραμε παραπάνω, εκτός φυσικά από τις παρατηρήσεις που υπαγορεύονται από την φύση του ίδιου του υλικού. Το τρύπημα γίνονταν παλιότερα με πυρωμένο σουβλί ενώ σήμερα με τρυπάνι. Το πελέκημα κάνει λεπτή και όσο ισόπαχη γίνεται την εξωτερική επιφάνεια της φλογέρας. Όταν θέλει να έχει στενότερο το στόμιο απ’ όπου φεύγει ο αέρας περιορίζει την διάμετρο του κολλώντας γύρω-γύρω στο στόμιο, από την μέση μεριά, κερί ή ένα ξύλινο στεφάνι ή και ένα χαρτονάκι. Το ίδιο γίνεται και στις φλογέρες που είναι φτιαγμένες από άλλα υλικά όπως μπρούτζο, σίδερο ή κόκαλο.

Τρόπος παιξίματος

Η φλογέρα κρατιέται λίγο λοξά, προς τα δεξιά, έτσι όταν ο φλογεροπαίχτης φυσάει, ο αέρας να χτυπάει στον απέναντι οξεία κόχη του χείλους της φλογέρας και να δημιουργεί τον ήχο. Κρατιέται προς τα δεξιά, όταν ο παίχτης είναι δεξιός, με τα δάχτυλα του δεξιού χεριού στο κάτω μέρος της φλογέρας και τα ίδια δάχτυλα του αριστερού χεριού, επάνω, προς την μεριά του στόματος. Το αντίθετο γίνεται όταν ο παίχτης είναι αριστερός.
Με το μαλακό φύσημα, η φλογέρα δίνει χαμηλούς φθόγγους, με πιο δυνατό φύσημα και με τους ίδιους δαχτυλισμούς, η φλογέρα δίνει μια οκτάβα ψηλότερα. Και με πιο ακόμα πιο δυνατό φύσημα δίνει λίγους επιπλέον φθόγγους υψηλότερα. Η τονική της κλίμακας, που δίνουν οι φθόγγοι αυτοί, εξαρτάται από το μήκος της φλογέρας. Όσο μακρύτερη είναι μια φλογέρα, τόσο η τονική της κλίμακα που δίνει είναι χαμηλότερη. Μια καλοφτιαγμένη φλογέρα, έως 45εκ. μήκος, στα χέρια ενός άξιου φλογεροπαίχτη μπορεί να δώσει ως 19 φθόγγους, δηλ. δυο οκτάβες και μία πέμπτη. Η ποιότητα όμως του ήχου δεν είναι ίδια σε όλη την έκταση των φθόγγων. Οι χαμηλοί φθόγγοι, είναι κάπως μουντοί και βραχνοί, αντίθετα, οι φθόγγοι στην αμέσως υψηλότερη οκτάβα είναι λαμπεροί και διαπεραστικοί. Ακόμα πιο διαπεραστικοί και οξείς είναι οι λίγοι φθόγγοι πάνω από την δεύτεροι οκτάβα.
Στο παίξιμο της φλογέρας, ο φλογεροπαίχτης ξεμπολιάζει συνεχώς τους φθόγγους της μελωδίας του με διάφορα μελωδικά στολίδια. Τα στολίδια αυτά: αποτζατούρα, τρίλιες, τρέμολα, όπως σε κάθε μονοφωνική μουσική, έτσι και στη μονοφωνική μελωδία της φλογέρας χαρίζουν νεύρο και έκφραση. Νεύρο χάρη στις εσωτερικές μουσικέ υποδιαιρέσεις που δημιουργούν, και έκφραση γιατί τα στολίδια αυτά δίνουν κάθε φορά ένα ιδιαίτερο χρώμα στη μελωδία.

Ταούλ` (νταούλι)

Είναι το κυρίαρχο όργανο συνοδείας του ζουρνά, του αγγείου (γκάιντα) και σπανιότερα του κεμεντζέ (λύρα). Το χρησιμοποιούσαν κυρίως στους ανοιχτούς χώρους λόγω της μεγάλης του ηχητικής έντασης, λιγότερο δε στους κλειστούς όπου έπαιζαν πιο μαλακά για να μην σκεπάζει τον ήχο των άλλων οργάνων, ιδίως του κεμεντζέ.

Κατασκευάζεται σε διάφορα μεγέθη ανάλογα με τη σωματική διάπλαση του οργανοπαίχτη. Ενας ψηλός με μακριά χέρια έφτιαχνε σίγουρα μεγαλύτερο από έναν μικροκαμωμένο. Πάντως στον Πόντο γενικά συνήθιζαν νταούλια μεγάλου μεγέθους. Το ξύλο που χρισιμοποιούσαν για την κατασκευή του ήταν καστανιά, την οποία θεωρούσαν ότι παράγει τον καλλίτερο ήχο. Εκοβαν μια φαρδιά σανίδα πάχους συνήθως 0,5 εκατοστών στο μέγεθος που ήθελαν, και την έβαζαν μέσα στο νερό για να μαλακώσει. Κατόπιν την γύριζαν σε κύλινδρο και ένωναν τις δύο άκρες της με κόλλα και με καρφιά ή ξυλόκαρφα. Αυτό ονομάζεται κάσσα. Στις δύο βάσεις τοποθετούσαν τα δέρματα, που συνήθως ήταν γίδας, τράγου ή σπανιότερα προβάτου. Για την επεξεργασία του δέρματος χρησιμοποιούσαν την ίδια διαδικασία με το αγγείο (βλέπε αγγείο). Τα δέρματα αυτά τα στερέωναν κυκλικά επάνω σε δύο στεφάνια, τα οποία είχαν λιγάκι μεγαλύτερη διάσταση από την κάσσα για να χωράει μέσα τους. Το ένα δέρμα ήταν συνήθως πιο χοντρό. Κατόπιν άνοιγαν στην περιφέρεια του δέρματος δίπλα στη στεφάνη τρύπες από όπου περνούσαν το σχοινί με το οποίο τέντωναν και έτσι κούρντιζαν το νταούλι.

Στο κέντρο της περιφέρειας της κάσσας άνοιγαν μια τρύπα 1 έως 2 εκατοστών για να μπορεί να φεύγει ο αέρας με το χτύπημα και να μην σπάει το δέρμα από την πίεση ποθ δημιουργείται από την παλμική κίνηση. ΄΄Η τρύπα αυτή επιδρά και στον ήχο του οργάνου. Μια πολύ μικρή τρύπα κάνει τον ήχο σκοτεινό και μουντό. Ενώ η πολύ μεγάλη τον κάνει κούφιο. Η κανονική διάμετρος κυμαίνεται από 1 έως 1,5 ή 2 περίπου εκατοστά και εξαρτάται από το μέγεθος του νταουλιού. Σε μεγάλα νταούλια συναντάμε δύο ή τρεις κάποτε τρύπες΄΄ (Φοίβος Ανωγειανάκης). Πάνω στην κάσσα και σπανίως στα σχοινιά στερέωναν το λουρί με το οποίο κρεμούσε ο ταουλτζής (ταουλιέρης) το όργανο στον ώμο του. Για να είναι πιο γερό το ταούλ΄ πολλές φορές έβαζαν εσωτερικά σε σχήμα σταυρού δύο κάθετα ξύλα που στερεώνταν στις δύο απέναντι πλευρές, αλλά αυτό πρόσθετε βάρος. Ενα καλό νταούλι πρέπει να έχει καθαρό ήχο και να είναι όσο το δυνατό ελαφρότερο ώστε να μην κουράζεται ο οργανοπαίχτης. Καλός ταουλτζής θεωρείται αυτός που μπορεί να δίνει σωστό ρυθμό και συγχρόνως να πηδά, να χορεύει και γενικά με τα ΄΄καμώματά΄΄ του να ξεσηκώνει τους χορευτές. Το χτύπημα στο νταούλι γίνεται με δύο ξύλα: το χοντρό που ονομάζεται κοπάλ΄ (κόπανος) και το λεπτό βίτσα (βέργα).

Το κοπάλ΄ χτυπάει πάντα στην πλευρά που είναι το χοντρό δέρμα που δίνει τον βαρύτερο ήχο (τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου). Στην απέναντι πλευρά χτυπάει η βίτσα για οξύτερο ήχο (τους αδύνατους χρόνους του μέτρου). ΄΄Στη συνοδεία του νταουλιού διακρίνουμε δύο τρόπους παιξίματος, που υπαγορεύονται από το ρυθμικό τύπο της μουσικής που συνοδεύει κάθε φορά το νταούλι. Οταν η μελωδία που συνοδεύει είναι περιοδικού ρυθμικού τύπου, όπως π.χ. όλες οι χορευτικές μελωδίες, ο νταουλιέρης χτυπάει με το κοπάλ΄ τους ισχυρούς χρόνους του μέτρου και την βίτσα τους αδύνατους. Στην περιοδικότητα όμως αυτή δεν επαναλαμβάνεται το ίδιο πάντα σχήμα, τα ίδια δηλαδή χτυπήματα του νταουλιού.

Ο καλός νταουλιέρης ξομπλιάζει διαρκώς το παίξιμό του με ενδιάμεσα χτυπήματα – υποδιαιρέσεις των ισχυρών και αδύνατων χρόνων – άλλοτε με το κοπάλ΄ και άλλοτε με την βίτσα, αντιστρέφει για λίγες στιγμές τη λειτουργία των δύο χεριών και χτυπάει τους ισχυρούς χρόνους με την βίτσα και τους αδύνατους με το κοπάλ΄, χτυπάει το στεφάνι αντί την δερμάτινη επιφάνεια: δυνατά ή σιγά, κοφτά και σκληρά ή μαλακά και ξυστά, όπως και το μέρος στο οποίο τη χτυπάει, στο κέντρο, προς την περιφέρεια ή πολύ κοντά στο στεφάνι, χαρίζουν κάθε φορά κι ένα διαφορετικό τόνο στο χρώμα του ήχου. Οταν πάλι η μελωδία που συνοδεύει είναι ελεύθερου ρυθμικού τύπου, όπως π.χ. τα επιτραπέζια, τότε το νταούλι περιορίζεται σε αραιά χτυπήματα του κοπάλ΄, που συνοδεύονται από ένα τρέμουλο σαν απόηχος, από την βίτσα ή σε ένα τρέμουλο από το κοπάλ΄ και την βίτσα μαζί ή χωριστά. Τα αραιά αυτά χτυπήματα και το τρέμουλο είναι ένα είδος ρυθμικής στίξης στις μελωδίες ελεύθερου ρυθμικού τύπου΄΄ (Φοίβος Ανωγειανάκης).
(akrites.de)