Ο ζουρνάς

Ο ζουρνάς είναι όργανο τύπου όμποε,δηλαδή με διπλό γλωσσίδι,στο οποίο οφείλει τον οξύ, διαπεραστικό του ήχο. Στην ίδια οικογένεια ανήκε και ο αυλός , το κατ’εξοχήν πνευστό της αρχαίας ελληνικής μουσικής.

zournas

Υλικά κατασκευής

Ο ζουρνάς φτιάχνεται σε διάφορα μεγέθη, περίπου από 22 έως 60εκ. από διάφορα ξύλα: οξυά κεράσια, καρυδιά, ελιά, μαυρομουριά, κουμαριά, βερικοκιά μουσμουλιά, ρείκι, σφεντάμι και σπάνια από έβενο. Φτιάχνεται, επίσης και από πάφιλα (λεπτό ορειχάλκινο έλασμα), για να μη σπάει εύκολα, αν και η ποιότητα του ήχου υστερεί σε σύγκριση με τον ξύλινο ζουρνά.

Περιγραφή – τρόπος κατασκευής

Κάθε ζουρνάς αποτελείται από τρία μέρη: το κυρίως ζουρνά, τον κλέφτη και το κανέλι με την τσαμπούνα. Ο σωλήνας του ζουρνά  – συνήθως ελαφρά κωνικός κάποτε όμως και κυλινδρικός- καταλήγει σε ένα χωνί, περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτό. Φτιάχνεται από ξερό και χωρίς ρόζους ξύλο, για να αντέχει στο δούλεμα και στις καιρικές μεταβολές, και το τοίχωμα του πρέπει να είναι ισόπαχο και λεπτό. Το τελευταίο αυτό συμβάλει στην καθαρότητα, την ένταση και την ποιότητα του ήχου. Το σωλήνα τον τρυπούν σήμερα με τρυπάνι, παλιότερα με πυρακτωμένη λεπτή σιδερένια βέργα.. Άλλοτε τα ξύλα που έφτιαχνα τον ζουρνά για να είναι σίγουροι ότι δεν θα ραγίσουν. Σήμερα, άμα ραγίσει ο ζουρνάς τον τυλίγουν με μια κύστη από σφαγμένο ζώο. Με το καιρό η φούσκα ξεραίνεται και γίνεται ένα με το ξύλο και έτσι το προφυλάζει από μελλοντικά ραγίσματα.
Στη επάνω μεριά μπαίνει ο κλέφτης, που πρέπει να εφαρμόζει καλά για να μη χάνεται καθόλου αέρας στο φύσημα. Στον κλέφτη προσαρμόζουμε το κανέλι με την τσαμπούνα και το οποίο είναι ένα λεπτό από πάφιλα, κυλινδρικό σωληνάκι στο οποίο δένουν το καλαμένιο διπλό γλωσσίδι, την τσαμπούνα. Εξάρτημα του ζουρνά είναι και η φούρλα, ένας δίσκος από κόκαλο, μέταλλο ή ξύλο. Τρυπημένη στο κέντρο, την περνούν από το γλωσσίδι και την αφήνουν να καθίσει στο κέντρο. Στο παίξιμο ο ζουρνατζής ακουμπάει τα χείλια του στη φούρλα και αυτό το βοηθάει να φυσάει ευκολότερα. Η φούρλα, αν και δεν διαφέρει μορφολογικά, λειτουργεί με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που λειτουργεί η φοβία στον αρχαιοελληνικό αυλό.
Ο ζουρνάς έχει 7 τρύπες μπροστά, σε ίση απόσταση η μια από την άλλη και μία τρύπα πίσω για τον αντίχειρα. Εκτός απ’ αυτές τις τρύπες έχει και άλλες στο κάτω μέρος του ηχείου, οι οποίες δεν πατιούνται ποτέ και επιδρούν στην τονικότητα του οργάνου και την ποιότητα του ήχου.

Τρόπος παιξίματος

Στο παίξιμο του ζουρνά το γλωσσίδι μπαίνει όλο στο στόμα. Με το φύσημα τα δυο χείλια του γλωσσιδιού πάλλονται δημιουργώντας τον ήχο. Χαρακτηριστική είναι η τεχνική που χρησιμοποιεί ο ζουρνατζής. Ενώ εξακολουθεί να παίζει, εισπνέει ταυτόχρονα αέρα από τη μύτη, το αποθηκεύει στην στοματική κοιλότητα, για να το χρησιμοποιήσει σε λίγο, αντικαθιστώντας το με νέο αέρα, χωρίς να σταματήσει να παίζει το όργανο του.
Η έκταση της διατονικής κλίμακας, που δίνει ο ζουρνάς είναι μια οκτάβα και δυο φθόγγοι. Με δυνατότερο φύσημα και περισσότερο σφίξιμο στα χείλη, ο ζουρνατζής δίνει πολύ περισσότερους τόνους, όμως αυτό δεν γίνεται συχνά γιατί είναι πολύ κουραστικό. Το ύψος της τονικής εξαρτάται από το μήκος του ζουρνά και του γλωσσιδιού. Με τους καταλλήλους δαχτυλισμούς και φύσημα, ο ζουρνατζής εξουδετερώνει τις όποιες κατασκευαστικές ατέλειες του οργάνου και δίνει τα διαστήματα της φυσικής κλίμακας.
Με τον οξύ διαπεραστικό ήχο, ο ζουρνάς είναι ένα όργανο για ανοιχτό χώρο. Στο παίξιμο του ζουρνά δεν έχουμε διακυμάνσεις δυναμικής. Στο μονοφωνικό αυτό όργανο, ο ζουρνατζής ξεμπολιάζει διαρκώς την μελωδία με τρίλιες και με άλλα μουσικά στολίδια. Ο ζουρνάς παίζεται πάντα με το νταούλι. Τα δυο αυτά όργανα παραδοσιακό συγκρότημα της ηπειρωτικής Ελλάδας. Συνήθως παίζουν ένας ζουρνάς και ένα νταούλι ή δύο ζουρνάδες και ένα νταούλι. Παλιότερα ωστόσο, στα πανηγύρια και τις μεγάλες γιορτές του χρόνου, που χόρευαν εκατοντάδες άνθρωποι, έπαιζαν κα3 με 4 ζουρνάδες μαζί με δύο ή και τρία νταούλια.

O ζουρνάς ή η ζουρνά, κατά την περσική εκδοχή, έλκει την καταγωγή του από τον αρχαίο οξύαυλο. Στον ελλαδικό χώρο, ηπειρωτικό και νησιώτικο, είναι η καραμούζα ή η πίπιζα. Όπως όμως και αν το πει κανείς, δύσκολα μπορεί να μπερδέψει τον ζουρνά με κάποιο άλλο όργανο: το διπλό του γλωσσίδι του χαρίζει έναν οξύ και διαπεραστικό ήχο. Κι αυτό ακριβώς το χαρακτηριστικό του είναι εκείνο που τον έκανε παντοτινό «ζευγάρι» με το νταούλι (ταούλ’).

Το δίδυμο ζουρνάς-νταούλι, ήδη από τους βυζαντινούς χρόνους, ήταν η πιο χαρακτηριστική ζυγιά (συνδυασμός μουσικών οργάνων) των γιορτών και των γάμων, αφού στην εποχή όπου δεν υπήρχαν οι ενισχυτές ο ήχος έφτανε μέχρι και τον τελευταίο θεατή.

Και στον Πόντο θεωρείται ένα λαϊκό όργανο. Ζουρνάδες συναντά κανείς σε όλες τις περιοχές, και μάλλον ήταν το κυρίαρχο όργανο με το οποίο εκτελούνταν οι ποντιακοί χοροί. Τον καθιέρωσαν κυρίως τα πανηγύρια των παρχαριών, αφού ο ανοιχτός χώρος κάνει τη χρήση της λύρας σχεδόν απαγορευτική σε αντίθεση με την ηχητική ένταση του ζουρνά, που δίνει τη δυνατότητα να χορεύουν πάρα πολλά άτομα ακούγοντάς τον. Οι μουσικοί της ζυγιάς βρίσκονται στη μέση του κύκλου των χορευτών και τον διατρέχουν από τον πρώτο ως τον τελευταίο για να σιγουρευτούν ότι ακούνε όλοι.

Έτσι ο τρόπος που αναπνέουν αυτοί οι οργανοπαίκτες απαιτεί ιδιαίτερη εξάσκηση. Όπως και σε άλλα πνευστά παραδοσιακά όργανα, χρησιμοποιείται η τεχνική της κυκλικής αναπνοής. Οι οργανοπαίχτες ενώ φυσούν από το στόμα και ο ζουρνάς παράγει ήχο, ταυτόχρονα παίρνουν αέρα από την μύτη και τον αποθηκεύουν στη στοματική κοιλότητα προκειμένου να μην σταματάει ποτέ η ροή του αέρα στο μουσικό όργανο.

Η ιδιομορφία του ήχου του είναι πλεονέκτημα αλλά και μειονέκτημα ταυτόχρονα. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που μπορούν να τραγουδήσουν συνοδεία ζουρνά. Έτσι, και καθώς το τραγούδι είναι συνυφασμένο με ην ποντιακή διασκέδαση, στα πανηγύρια οι μεγάλες παρέες χορεύουν με το ζουρνά και οι μικρότερες τραγουδούν με τη λύρα.

Στις περισσότερες καταγραφές που υπάρχουν για την ποντιακή μουσική, στη ζυγιά ο ζουρνάς είναι μόνον ένας. Ωστόσο, η εκπομπή του Γιώργου Μελίκη «Το τραγούδι και ο τόπος του» ανακάλυψε στην Κομοτηνή Πόντιους πρόσφυγες που παίζουν τον «κλασικό» συνδυασμό: δυο ζουρνάδες και ένα νταούλι. Ο πρώτος για τη μελωδία και ο δεύτερος για το ίσο.

Το μέγεθος του ζουρνά διαφέρει από περιοχή σε περιοχή του Πόντου. Στην περιοχή της Ματσούκας συναντάμε το μικρότερο μέγεθος, περίπου 25-30 εκ., με πολύ οξύ ήχο. Στις υπόλοιπες περιοχές του Πόντου κυριαρχεί το μεσαίο μέγεθος, που συνήθως κυμαίνεται στα 40-45 εκ. Στην Μπάφρα συναντάται το μεγαλύτερο μέγεθος, στα 60 εκ.

Συνήθως κατασκευαστής ήταν ο ίδιος ο οργανοπαίχτης, και τα ξύλα διάφορα: από απλό καλάμι έως οξιά, κερασιά, καρυδιά, ελιά, κουμαριά, βερικοκιά, σφεντάμι, ρείκι, μαυρομουριά. Τα πιο σπάνια ήταν τα εβένινα.
Κάθε ζουρνάς αποτελείται από τρία μέρη: τον κυρίως ζουρνά, τον κλέφτη, και το κανέλι με την τσαμπούνα (τσιμπόν). Ο σωλήνας του ζουρνά –συνήθως ελαφρά κωνικός, κάποτε και κυλινδρικός– καταλήγει σ’ ένα χωνί, περισσότερο ή λιγότερο ανοιχτό. Ωστόσο σημαντικό ρόλο στην ποιότητα του ήχου παίζει η τσαμπούνα, κοινώς το γλωσσίδι. Στο «τελετουργικό» του ζουρνατζή πριν από κάθε παίξιμο περιλαμβάνεται το να σαλιώσει και να «μασήσει» ελαφρά την τσαμπούνα προκειμένου να μαλακώσει και να αποδώσει καλύτερα. Άλλοτε, για να επιτύχουν το ίδιο αποτέλεσμα ρίχνουν μέσα στο ζουρνά νερό ή οινοπνευματώδες ποτό.

Ετικέτες .Προσθέστε στους σελιδοδείκτες το μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνσή σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *